Από το 1900 συζητάμε στην Ελλάδα για την αυστηροποίηση του εγκλήματος του εμπρησμού.


Του ε.α. Αντιστρατήγου Π.Σ. Γιάννη Σταμούλη

Και ενώ σήμερα αρχές 2024 , συζητάμε για την αυστηροποίηση του εγκλήματος του εμπρησμού, γυρνάμε πίσω στις 11 Ιουλίου του 1900 και στην εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ», στο κεντρικό άρθρο διαβάζουμε, αποδίδοντας τα γραφόμενα σε δημοτικότερη θεώρηση:

«Η μεγαλύτερη απόδειξη ότι είμεθα κράτος ανικάνων και μωρών είναι το ζήτημα της καταστροφής  των δασών. Επί τόσα χρόνια μια Πολιτεία έχουσα στα χέρια της πάντα τα μέσα  προς περιορισμό του κακού, αποδυκνείεται ανίκανος εις την πραγματικότητα του σκοπού αυτού….Κατά τους μήνες Ιούλιον και Αύγουστο φλόγες από  τα δάση, κατάρες από τις πόλεις, απειλές από τις στήλες των εφημερίδων, εγκύκλιοι από τα σκονισμένα γραφεία των Υπουργείων. Κατά τον μήνα Νοέμβριον ψήφιση νόμου περί της προφύλαξης των δασών και ποινές αυστηρές κατά των εμπρηστών. Κατά μήνα Ιούλιο του επόμενου έτους, έναρξη των πυρκαγιών με μεγαλύτερη ένταση… Και  ο αρθρογράφος αποτυπώνοντας το παρών αλλά και το μέλλον επισημαίνει: ‘Ότι αποφασισθεί τώρα, θα έχει λησμονηθεί κατά τις πρώτες ημέρες του φθινοπώρου. Είτε δε νόμος του κράτους ψηφισθεί, είτε μέτρα άλλα αποφασιστούν, θα εγκαταληφθούν κατά την αιώνια ελληνική μέθοδο του «μη εξυπνάν ειμή την εσχάτη ώρα του κινδύνου…. Το άρθρο καταλήγει:


«Ψηφίσατε οσονδήποτε αυστηρούς νόμους θέλετε. Αυτοί θα τους θέτουν εν αχρηστία, αθωούντες  πανηγυρικώς  όλους εκείνους τους κακούργους, οι οποίοι κατέστρεψαν τα δάση της Ελλάδος.

Εξασφαλίσατε την αμείλικτη τιμωρία των εμπρηστών Μπορείτε να το επιτύχετε  αυτό εάν υπαγάγετε  τα εγκλήματα αυτά εις την δικαιοδοσία των  Εφετείων, όπως έγινε και για την πειρατεία.

Οι πειρατές στο παρελθόν, όπως  και οι εμπρηστές στην Ελλάδα ήταν αναρίθμητοι. Και δεν θα δίνονταν τέλος σε αυτούς ένα δεν λαμβανόταν το εξαιρετικό αυτό μέτρο. Παύσατε λοιπόν τις απειλές, τους θρήνους και τα επιτίμια. Στην Πολιτεία που γνωρίζει να τιμωρεί το δέντρο του εγκλήματος, όσο βαθιά και να έχει τις ρίζες, δεν ζει για πολύ καιρό.


Η εφημερίδα 9 χρόνια μετά, πάλι σε πρωτοσέλιδό της με τον τίτλο: «Απέναντι ενός κινδύνου» επανέρχεται στο θέμα σημειώνοντας:

Κατά παράδοξη σύμπτωση, κάθε επίσημη γιορτή στην Ελλάδα να συμπίπτει με μία ή δύο πυρκαγιές.

 Φαίνεται ότι ο εμπρησμός θεωρείται από κάποιους από εμάς, ως επιχείρηση, προορισμένη να απαλλάσσει τους έτοιμους προς πτώχευση από  κάθε δύσκολη φροντίδα, να πλουτίζει τους φιλάργυρους και να ενισχύει τους  κλέφτες και τους καταχραστές.

Διότι δεν δύναται αλλιώς  να  εξηγηθεί η καταπληκτική αύξηση των πυρκαγιών, οι οποίες ταράσσουν τις επισημότερες ημέρες και φέρνουν αναστάτωση σε ολόκληρη την κοινωνία, δημιουργούν κινδύνους των οποίων η έκταση εξαρτάται από την ιδιοτροπία του ανέμου.

Στα φαινόμενα αυτά  είναι προφανές ότι δεν υπάρχει άλλο ελατήριο πλήν του κέρδους.

Εάν δε το κακό αυξήθηκε κατά τα τελευταία χρόνια σε βαθμό επικίνδυνο, αυτό πρέπει να αποδοθεί στην χλιαρή ενέργεια της δικαστικής αρχής, η οποία πολλές φορές ελλείψει επαρκών στοιχείων αφήνει ακαταδίωκτο ένα από τα φοβερότερα εγκλήματα ή δικάζει αυτά με επιείκεια ασυγχώρητη.

Το άρθρο, επισημαίνει  ότι «οι πυρκαγιές που εκρηγνύονται σε ώρα που απουσιάζουν οι υπάλληλοι  των καταστημάτων και σε μέρες επισήμους, που η επιτήρηση των αρχών είναι δυσκολότερη, όπως  και η παροχή άμεσης βοήθειας, είναι στοιχεία που εμπνέουν την υπόνοια του δόλου  για την αιτία των πυρκαγιών. Γιατί για τον εμπρηστή είναι οι καλύτερες συνθήκες για το έργο του.

Ο αρθρογράφος συμπεραίνει ότι: «παραδόξως οι περισσότερες των πυρκαγιών στην Αθήνα  εγείρουν τον φόβο ότι βρισκόμαστε όχι μπροστά σε τυχαία γεγονότα, αλλά σε παρασκευασμένες με εκρήξεις και ενίοτε με λιποθυμίες, που μπορούν να απατήσουν εύκολα  τους απλοικότερους, αλλά οι οποίες πρέπει επιτέλους να προκαλέσουν  τη λήψη σοβαρών μέτρων